Εκμάθηση σωματικής και ψυχικής χαλάρωσης
Όταν ο οργανισμός μας είναι χαλαρωμένος, τότε είναι αδύνατο να νιώσουμε φόβο, άγχος και γενικότερα ψυχική και σωματική ένταση. Γι’ αυτό το λόγο, τα τελευταία χρόνια στις περισσότερες ψυχοθεραπευτικές κατευθύνσεις όλο και περισσότερο συμπεριλαμβάνονται τεχνικές σωματικής και ψυχικής χαλάρωσης ως συμπληρωματικό μέσο για την επίτευξη των στόχων τους.
Οι τεχνικές αυτές έχουν αποδειχτεί από διάφορες έρευνες άκρως αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση διαφόρων αρνητικών καταστάσεων και η εκμάθησή τους βοηθάει τον ενδιαφερόμενο μεταξύ άλλων:
§ στη μείωση του άγχους
§ στη βελτίωση της μνήμης
§ στην αύξηση του αυτοελέγχου
§ στην αντιμετώπιση του σωματικού πόνου
§ στην αντιμετώπιση διαφόρων ψυχοσωματικών ενοχλήσεων όπως π.χ. κεφαλαλγία, ημικρανία, σπαστική κολίτιδα
§ στη βελτίωση της πνευματικής αλλά και της σωματικής απόδοσής του
§ στην αύξηση της ανεκτικότητας στον πόνο
§ στην αντιμετώπιση ανεπιθύμητων συνηθειών (κατάχρηση ουσιών, υπερβολική λήψη τροφής σαν μέσο συναισθηματικής αναπλήρωσης κ.τ.λ.)
§ στη μείωση της ανάγκης για λήψη ηρεμιστικών φαρμάκων
§ στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του με την επίτευξη εσωτερικής γαλήνης και ισορροπίας
Στο γραφείο της ψυχολόγου ο ενδιαφερόμενος σε ατομικές αλλά και σε ομαδικές συνεδρίες μπορεί να εκπαιδευτεί σε διάφορες τεχνικές χαλάρωσης όπως:
§ Διαφραγματική αναπνοή
Το επίπεδο της έντασης ενός ανθρώπου καθρεφτίζεται στον τρόπο που αναπνέει. Όταν είμαστε ήρεμοι και ευχαριστημένοι η αναπνοή μας είναι αργή και ρυθμική ενώ όταν είμαστε σε ένταση η αναπνοή μας γίνεται γρήγορη και ρηχή. Σε καταστάσεις άγχους και γενικότερα με τον έντονο ρυθμό του σύγχρονου τρόπου ζωής, η αναπνοή γίνεται περισσότερο με τη βοήθεια των αναπνευστικών μυών του θώρακα (θωρακική αναπνοή) με αποτέλεσμα οι ανάσες να είναι ρηχές και να έχουν μεγαλύτερη συχνότητα. Αποτέλεσμα είναι ο ανθρώπινος οργανισμός να εισπνέει πολύ περισσότερο από όσο χρειάζεται και να παρουσιάζεται το φαινόμενο του «υπεραερισμού» (hyperventilation). Ο υπεραερισμός συμβαίνει όταν ο πνευμονικός εξαερισμός για ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών για οξυγόνωση του αίματος και αποβολή του διοξειδίου του είναι υπερβολικός με αποτέλεσμα να προκαλεί αλλαγές στη φυσιολογία του ανθρώπου που βιώνονται σα δυσάρεστα σωματικά συμπτώματα όπως ζαλάδα, ίλιγγο, αδυναμία, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης, μούδιασμα, αίσθηση μυρμηγκιάσματος, ιδιαίτερα γύρω από το στόμα και τα χέρια, ακόμα και μυϊκές συσπάσεις και κράμπες και πόνο στο στήθος.
Τα συμπτώματα αυτά , μέσω ενός φαύλου κύκλου, συντελούν στην αύξηση του άγχους που οδηγεί σε περισσότερο υπεραερισμό και συνεπώς σε αύξηση των σωματικών συμπτωμάτων και μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην εμφάνιση μιας κρίσης πανικού.
Η εκμάθηση της διαφραγματικής (κοιλιακής) αναπνοής βοηθάει το άτομο στη μείωση των συμπτωμάτων του άγχους του και συμβάλλει στην καλύτερη οξυγόνωση του οργανισμού καθώς και την προώθηση εσωτερικής ηρεμίας και γαλήνης.
§ «Προοδευτική Νευρομυϊκή Χαλάρωση» (κατά του E. Jacobson)
Η Προοδευτική Νευρομυϊκή Χαλάρωση εστιάζει στο γεγονός ότι σε καταστάσεις άγχους δημιουργείται ένταση στους μύες του σώματος, ιδιαίτερα στους ώμους, στους μύες των χεριών, των ποδιών, του προσώπου και της γνάθου. Η μείωση της μυϊκής έντασης αυτής και συνεπώς η χαλάρωση του σώματος έχει ως αποτέλεσμα και την ψυχική χαλάρωση και ηρεμία.
Στην εκμάθηση της Προοδευτικής Νευρομυϊκής Χαλάρωσης το άτομο μαθαίνει μέσα από συνεχείς κύκλους τόνωσης και χαλάρωσης διαφόρων ομάδων μυών τη διαφορετική αίσθηση της έντασης και της χαλάρωσης στα διάφορα μέρη του σώματος. Η ένταση είναι η «αφετηρία» του κύκλου αυτού. Ανεβάζοντας το άτομο την ένταση ψηλά σε ένα μέρος του σώματός του και στη συνέχεια αφήνοντάς τη να φύγει όλη μαζί, η χαλάρωση που ακολουθεί είναι η μεγαλύτερη δυνατή. Με αυτό τον τρόπο, το άτομο χαλαρώνει προοδευτικά και συστηματικά όλο το σώμα του και παράλληλα ηρεμεί και χαλαρώνει ψυχικά. Ακόμη, μαθαίνει να κατανοεί καλύτερα την αίσθηση της εν λόγω έντασης σε πρώιμα στάδια και να την αντιμετωπίζει στο ξεκίνημά της με την επίτευξη σωματικής χαλάρωσης. Το άτομο που μαθαίνει την Προοδευτική Νευρομυϊκή Χαλάρωση εκπαιδεύεται επίσης στη χρήση μιας πιο σύντομης μορφής αυτής της τεχνικής σε «έκτακτες» αγχογόνες καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εκτεθεί.
§ «Αυτογενής Εξάσκηση» (κατά του I.H. Schultz)
Στην εκμάθηση της Αυτογενούς Εξάσκησης το άτομο εκπαιδεύεται στο να συγκεντρώνεται σταδιακά και συστηματικά σε συγκεκριμένα σημεία του σώματός του καθώς και σε ευχάριστες σωματικές αισθήσεις όπως π.χ. στο χαλαρό βάρος του σώματος, στην ευχάριστη θερμότητά του, στους ήρεμους σφυγμούς, στη διαφραγματική και βαθιά αναπνοή και στην ανακουφιστική δροσιά του μετώπου. Με την επαναλαμβανόμενη εξάσκηση στην τεχνική αυτή, το άτομο πετυχαίνει όλο και πιο βαθιά χαλάρωση και φτάνει σταδιακά σε ανώτερα επίπεδα ψυχικής γαλήνης.
 Εφαρμοσμένη Ανάλυση Συμπεριφοράς / Applied Behavior Analysis (ABA)
Η Εφαρμοσμένη Ανάλυση Συμπεριφοράς (ΕΑΣ) είναι μια ευρέως διαδεδομένη πρώιμη και εντατική παρέμβαση σε παιδιά του φάσματος του αυτισμού. Τα προγράμματα που στηρίζονται στην ΕΑΣ λειτουργούν εδώ και πολλά χρόνια στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. και στη Γερμανία, και έχουν αποδείξει πειραματικά επανηλειμένα θεαματικά αποτελέσματα στη θεραπεία της αυτιστικής διαταραχής.
Η ΕΑΣ εφαρμόζει με συστηματικό τρόπο μεθόδους που προέρχονται από τη θεραπεία συμπεριφοράς και έχει στόχο τη βελτίωση της συμπεριφοράς και της ποιότητας ζωής του ανθρώπου με δυσκολίες μάθησης. Στοχεύει τόσο στην εκπαίδευση ατόμων σε τομείς που θεωρούνται κοινωνικά σημαντικά όσο και στην αντιμετώπιση/επίλυση ακατάλληλων ή δυσπροσάρμοστων συμπεριφορών που μπορούν να προκύπτουν στα άτομα αυτά.
Βασίζεται στις γενικές αρχές του συμπεριφορισμού όπου θεωρεί ότι οι συμπεριφορές του ανθρώπου διαμορφώνονται και συντηρούνται κατά ένα μεγάλο βαθμό ανάλογα με τα γεγονότα που προηγούνται και έπονται της συγκεκριμένης συμπεριφοράς και κατά συνέπεια από τις εξαρτήσεις και συσχετίσεις τους.
Παράδειγμα 1
|
Γεγονός που προηγείται
|
«Μαρία, δείξε μου την μπάλα»
|
|
Συμπεριφορά
|
Η Μαρία δείχνει την μπάλα.
|
|
Γεγονότα που είναι πιθανό να ακολουθήσουν(επιλογές)
|
1.«Μπράβο Μαρία, τα έκανες πολύ
καλά».
2. «Μπράβο Μαρία, τέλεια!
Τώρα πάρε ένα μπισκότο».
3. Αγνόηση της αντίδρασης της Μαρίας.
4. «Όχι, Μαρία, αυτή δεν είναι η μπάλα».
|
Ανάλογα με την αντίδραση που ακολουθεί σε αυτή την επιθυμητή συμπεριφορά (Η Μαρία δείχνει την μπάλα.) αυξάνεται ή μειώνεται η πιθανότητα να επαναλαμβάνει η Μαρία αυτή την επιθυμητή συμπεριφορά. Με αυτό το σκεπτικό, η ΕΑΣ στηρίζεται στην ενίσχυση, δηλ. στην επιβράβευση του παιδιού, ως θεμελιώδους λίθου στα προγράμματά της για την εκμάθηση καινούργιων δεξιοτήτων αλλά και για την τροποποίηση ακατάλληλων, μη-λειτουργιών ή κοινωνικά μη- αποδεκτών αντιδράσεων του παιδιού αφού θεωρείται ότι η απόκτηση δεξιοτήτων, γνώσεων και αποδεκτής κοινωνικής εικόνας συντελεί καθοριστικά στην υποχώρηση των προβλημάτων συμπεριφοράς.
Παράδειγμα 2
|
Γεγονός που προηγείται
|
Ο Γιώργος αυτό-απασχολείται με ένα παζλ.
|
|
Συμπεριφορά
|
Μετά από 5 λεπτά παίρνει τα κομμάτια και τα πετάει στα άλλα παιδιά γιατί έχει βαρεθεί το παιχνίδι.
|
|
Γεγονότα που είναι πιθανό να ακολουθήσουν (επιλογές)
|
1. Τα παιδιά γελάνε και αρχίζουν και αυτά να πετάνε παιχνίδια.
2. Η δασκάλα παίρνει το παζλ και του δίνει ένα πιο ελκυστικό παιχνίδι.
3. Η δασκάλα τον εμποδίζει να πετάει τα κομμάτια του παζλ, τον παροτρύνει να ζητήσει ένα άλλο παιχνίδι με κοινωνικά αποδεκτό τρόπο και του δίνει στη συνέχεια αυτό που ζητάει.
|
Ανάλογα με την αντίδραση που ακολουθεί στη διασπαστική αυτή συμπεριφορά (Ο Γιώργος πετάει τα κομμάτια του παζλ στα παιδιά) αυξάνεται ή μειώνεται η πιθανότητα να επαναλαμβάνει ο Γιώργος αυτή την ακατάλληλη, κοινωνικά μη αποδεκτή συμπεριφορά.
«Λειτουργική Ανάλυση της Συμπεριφοράς»
Στην ΕΑΣ, οι δυσπροσάρμοστες συμπεριφορές του παιδιού θεωρούνται ως προσπάθειες επικοινωνίας του, όσο ακατάλληλες και να είναι. Η καθαυτή μορφή της συμπεριφοράς είναι δευτερεύουσας σημασίας, ενώ πρωταρχικής σημασίας για την τροποποίηση της συμπεριφοράς είναι η ανάλυση των αιτιών που την προκαλούν και των συνθηκών που την ενισχύουν και τη διατηρούν. Εντοπίζοντας τα αίτια και τις συνθήκες των δυσπροσάρμοστων αντιδράσεων του παιδιού, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τις ανάγκες του και κατ’ επέκταση να το βοηθήσουμε να κατακτήσει κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους επικοινωνίας με τη βοήθεια της «Λειτουργικής Ανάλυσης Συμπεριφοράς» για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών. Εφόσον το παιδί μαθαίνει να χρησιμοποιεί κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους επικοινωνίας, παύει να καταφεύγει σε δυσπροσάρμοστους τρόπους αντίδρασης για την ικανοποίηση των αναγκών του.
Στη Λειτουργική Ανάλυση της Συμπεριφοράς προσπαθούμε να εντοπίσουμε τις αιτίες που προκαλούν τη δυσπροσάρμοστη συμπεριφορά και τις συνθήκες που τη διατηρούν:
· Τι προκαλεί τη συμπεριφορά; (Τι συμβαίνει πριν;)
· Τι ενισχύει τη συμπεριφορά αυτή; (Τι συμβαίνει μετά;),
· Ποιο σκοπό εξυπηρετεί για το παιδί; (π.χ. κερδίζει την προσοχή του εκπαιδευτή, αποφεύγει τις απαιτήσεις που του θέτουν, ξεφεύγει από μια δυσάρεστη για αυτό κατάσταση κ.τ.λ.)
· Ποια άτομα εμπλέκονται; (Ποιος είναι παρόν;)
· Πότε συμβαίνει; (Ποια μέρα ή ποια ώρα της ημέρας;)
· οποιοδήποτε άλλο ερέθισμα που μπορεί να σχετίζεται με την συμπεριφορά του παιδιού.
Βασικές αρχές
§ Όλα τα παιδιά διαθέτουν νοημοσύνη και επομένως έχουν δυνατότητα προόδου σε γνωσιακό επίπεδο.
§ Η έλλειψη προόδου αναλύεται ως απουσία της κατάλληλης αντιμετώπισης και όχι ως αδυναμία του παιδιού. Συνεπώς υπεύθυνοι για την πρόοδο του παιδιού και για την επιλογή μεθόδων είναι οι δάσκαλοι και οι θεραπευτές του.
§ Κάθε παιδί έχει διαφορετικές δυνατότητες και διαφορετικές ανάγκες. Λόγω αυτών των διαφορών απαιτείται, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια του προγράμματος, εξατομικευμένη εκπαίδευση και θεραπεία. Η ΕΑΣ δε βασίζεται σε τυποποιημένους τρόπους αντιμετώπισης , αλλά σε ευρηματικές προσαρμογές των βασικών αρχών και των μεθόδων της, με σκοπό την τροποποίηση της συμπεριφοράς του παιδιού, με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες και το ρυθμό ανάπτυξής του.
§ Με εντατική και κατάλληλη θεραπεία, τα παιδιά με ΔΑΔ σημειώνουν εμφανή βελτίωση σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το εύρος της βελτίωσης όμως εξαρτάται και από το νοητικό και συναισθηματικό δυναμικό του παιδιού.
§ Ένα πρόγραμμα της ΕΑΣ στηρίζεται στην καταγραφή, ανάλυση και αξιολόγηση δεδομένων.
§ Πριν την έναρξη της παρέμβασης, γίνεται αξιολόγηση του παιδιού και καταγράφεται το αναπτυξιακό του επίπεδο σε όλους τους τομείς της ανάπτυξης, όπως η επικοινωνία, ο λόγος, η οπτική και ακουστική αντίληψη, η αδρή και λεπτή κινητικότητα, οι γνωστικές λειτουργίες, οι κοινωνικές δεξιότητες, οι δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης, τα συναισθήματά του, το παιχνίδι του, η ικανότητά του για αυτό-αποσχόληση κ.τ.λ. αλλά και οι τομείς δυσλειτουργικής συμπεριφοράς του. Αυτή η λεπτομερής καταγραφή λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης (baseline) σε κάθε τομέα και στη συνέχεια επιλέγονται και ορίζονται οι επιμέρους στόχοι με τα ανάλογα βήματα επίτευξής τους.
§ Η παρέμβαση είναι συστηματική και εντατική. Οι γονείς και εφόσον είναι δυνατό, όλα τα σημαντικά άτομα που συναναστρέφονται με το παιδί, εκπαιδεύονται από την ψυχολόγο στις βασικές αρχές της ΕΑΣ και στην ορθή εφαρμογή τους και γίνονται συν-θεραπευτές της ψυχολόγου. Έτσι συνεχίζεται το πρόγραμμα και στο οικογενειακό περιβάλλον, με τον ίδιο τρόπο και με το ίδιο συγκεκριμένο ατομικό υλικό, γεγονός που εξασφαλίζει μια σημαντική αύξηση των ωρών της εκπαίδευσης, τη γενίκευση των κεκτημένων γνώσεων καθώς και την εφαρμογή τους σε ένα φυσιολογικό περιβάλλον.
§ Το πρόγραμμα είναι αρχικά αυστηρά ατομικό με 15- 40 ώρες εκπαίδευσης την εβδομάδα. Αργότερα μπορεί να γίνεται η εκπαίδευση, ανάλογα με τις δυσκολίες και το δυναμικό του παιδιού, σε δυαδικό ή και ομαδικό επίπεδο.
§ Μεγάλη σημασία σε προγράμματα ΕΑΣ έχει η χρήση του κατάλληλου εκπαιδευτικού υλικού και η δημιουργία κατάλληλου εκπαιδευτικού περιβάλλοντος. Η εκπαίδευση παιδιών του φάσματος του αυτισμού στηρίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος σε οπτικό εποπτικό υλικό λόγω της δυσκολίας τους στην επεξεργασία ακουστικών ερεθισμάτων. Το εν λόγω εποπτικό υλικό, κατασκευάζεται για τις ανάγκες του εκάστοτε παιδιού και χρησιμοποιείται και στο οικογενειακό περιβάλλον του από τους γονείς, στην εκπαίδευση στο σπίτι.
§ Βασικό στοιχείο του προγράμματος αποτελεί το γεγονός ότι γίνεται συστηματική καταγραφή και συλλογή δεδομένων (όπως στόχοι, βήματα για την επίτευξη του στόχου, τρόπος ενίσχυσης, αντίδραση του παιδιού κ.τλ.) και στη συνέχεια η αξιολόγησή τους, βάσει των οποίων κρίνεται η κατάκτηση των στόχων και ο καθορισμός της επόμενης «συμπεριφοράς – στόχος».
§ Αναπόσπαστο μέρος του προγράμματος αποτελεί η έμφαση στην «κατ’ ευκαιρία διδασκαλία δεξιοτήτων» η οποία στοχεύει στην εκμετάλλευση κάθε στιγμής της καθημερινότητας, ειδικά από τους γονείς, για την εφαρμογή κεκτημένων γνώσεων καθώς και στη γενίκευση δεξιοτήτων σε φυσιολογικό περιβάλλον.
Το πρόγραμμα για παιδιά του φάσματος του αυτισμού που διεξάγεται στο γραφείο της ψυχολόγου και στηρίζεται στην ΕΑΣ, στοχεύει στη μέγιστη δυνατή εκμετάλλευση των δυνατοτήτων του κάθε παιδιού και προάγει την αυτοκαθοδήγησή του καθώς και την αυτοδιαχείριση της συμπεριφοράς του με απώτερο στόχο τη μεγιστοποίηση των επιλογών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του καθώς και της οικογένειάς του.
 Θεραπευτική Ύπνωση
Η ύπνωση είναι μια θεραπευτική μέθοδος στo πλαίσιο μιας ψυχοθεραπείας από έναν θεραπευτή και δεν είναι ένας εύκολος τρόπος να λύσει κανείς διά μαγείας όλα του τα προβλήματα χωρίς κόπο.
Δεν έχει τίποτα κοινό με τις παρουσιάσεις σε διάφορα shows από «υπνωτιστές» που προτρέπουν τους ανθρώπους να κάνουν πράγματα «χωρίς τη θέλησή τους», να ρεζιλεύονται και να μη θυμούνται μετά τίποτα από όσα συνέβησαν.
Είναι μια τεχνική κι όχι θεραπεία από μόνη της και πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από επιστήμονες υγείας (ψυχολόγους, ψυχοθεραπευτές, ψυχιάτρους) και μέσα στο πλαίσιο της ειδικότητάς τους.
Η θεραπευτική ύπνωση είναι μια σειρά διαδικασιών κατά την οποία ο θεραπευτής προτείνει στο θεραπευόμενο να βιώσει συγκεκριμένες αλλαγές στο πώς αισθάνεται, σκέφτεται ή/και συμπεριφέρεται.
Ξεκινάει με τη μετατόπιση και την εστίαση της προσοχής του ασθενούς σε κάποιο σημείο. Το σημείο εστίασης μπορεί να είναι εξωτερικό ή εσωτερικό.
Αν ο υπνοθεραπευτής ζητήσει από το θεραπευόμενο να κοιτάει ένα συγκεκριμένο σημείο στον τοίχο ή σε οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, τότε η ύπνωση γίνεται χρησιμοποιώντας ως κέντρο εστίασης ένα εξωτερικό σημείο.
Μπορεί όμως απλά να του ζητηθεί να κλείσει τα μάτια του και να συγκεντρωθεί στη χαλάρωση του σώματός του ή να φέρει στο νου του μια εικόνα που τον ηρεμεί. Τότε η ύπνωση γίνεται με βάση ένα εσωτερικό σημείο εστίασης.
Όταν αρχίζει η εστίαση της προσοχής, μειώνεται η περιφερειακή ικανότητα αντίληψης. Ο θεραπευόμενος αντιλαμβάνεται επιλεκτικά ένα συγκεκριμένο θέμα και δίνει όλο και λιγότερη σημασία στον περίγυρό του με αποτέλεσμα να ανακαλύπτει διαφορετικές λύσεις, να κάνει διαφορετικές ερμηνείες και να βλέπει τη ζωή του από μια διαφορετική οπτική γωνία. Έτσι μπορεί και βρίσκει τρόπους για την επίλυση των προβλημάτων του, δύναμη και επίγνωση του εαυτού του.
Όλοι οι άνθρωποι μπορούν να υποβληθούν σε ύπνωση αλλά αναγκαία προϋπόθεση είναι να το θέλει το ίδιο το άτομο. Χρειάζεται ακόμη η επιθυμία να αφεθεί κανείς να ακολουθήσει τις υποβολές του θεραπευτή με τη φαντασία του.
Το βάθος της ύπνωσης ωστόσο μπορεί να διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ανάλογα με το είδος του προβλήματος, την ικανότητα του ανθρώπου να υπνωτιστεί και το πόσο διατεθειμένος είναι να πραγματοποιήσει αλλαγές στον εαυτό του και τη ζωή του.
Συνήθως μια κατάσταση ελαφράς ύπνωσης, κάτι δηλαδή που εύκολα πετυχαίνουν οι περισσότεροι άνθρωποι, είναι αρκετή για θεραπεία στις περισσότερες περιπτώσεις. Κατά τη διάρκεια της ύπνωσης δε χάνει κανείς τον έλεγχο του εαυτού του ούτε παύει να αντιλαμβάνεται αυτά που συμβαίνουν. Σε κατάσταση ύπνωσης ο θεραπευόμενος έχει πλήρη έλεγχο και δεν θα κάνει κάτι που δεν θέλει. Δε θα μιλήσει για πράγματα που δεν επιθυμεί ούτε θα αποκαλύψει προσωπικές πληροφορίες αν δεν το αποφασίσει ο ίδιος. Είναι απλά πολύ χαλαρωμένος και επιλεκτικά συγκεντρωμένος σε κάτι. Μπορεί να ακούει και να αντιλαμβάνεται τα πάντα.
Η ύπνωση είναι μια συνεργασία ανάμεσα στο θεραπευτή και το θεραπευόμενο στην οποία δε συμβαίνει τίποτα που δε θέλει ο θεραπευόμενος. Αντιθέτως, αν μέσα στην ύπνωση ζητείται κάτι από τον θεραπευόμενο που είναι κατά των αξιών του ή κάτι που δε θέλει να κάνει, βγαίνει αυτομάτως από την κατάσταση της ύπνωσης.
Μπορούμε να παρομοιάσουμε τη διαδικασία της ύπνωσης με τη μεταφορική εικόνα μιας βόλτας με ένα αυτοκίνητο. Σε αυτή την εικόνα ο θεραπευόμενος οδηγεί το αυτοκίνητο και ο θεραπευτής είναι ο συνοδηγός που προτείνει ποια κατεύθυνση μπορεί να πάρει για να φτάσει στον προορισμό του. Ο θεραπευόμενος αποφασίζει αν θα ακολουθήσει την κατεύθυνση που προτείνει ο θεραπευτής, με ποιο ρυθμό θα φτάσει εκεί, πόσες στάσεις θα κάνει, αν θα κάνει μια παράκαμψη και οτιδήποτε άλλο. Κατά τη διάρκεια της ύπνωσης γίνεται πολλές φορές και ψυχοθεραπευτική δουλειά μέσω διαλόγου μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου.
Οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στην ύπνωση με διαφορετικούς τρόπους. Μερικοί περιγράφουν την εμπειρία τους σα μια διαφορετική κατάσταση συνείδησης. Άλλοι, περιγράφουν την ύπνωση σα μια φυσιολογική κατάσταση εστιασμένης προσοχής και απορρόφησης κατά τη διάρκεια της οποίας αισθάνονται ήρεμοι και χαλαροί. Πάντως, τα θεραπευτικά αποτελέσματα μπορούν να υπάρχουν ανεξάρτητα από το πώς το βιώνει ο θεραπευόμενος.
Οι άνθρωποι γενικά θυμούνται το καθετί στη διάρκεια της συνεδρίας ύπνωσης. Υπάρχουν όμως κάποιες περιπτώσεις όπου ο θεραπευτής μπορεί να δώσει «μεταϋπνωτική υποβολή» στο άτομο ώστε να μη θυμάται αυτά που ειπώθηκαν (αν κρίνει π.χ. ότι θα είναι αβάστακτα οδυνηρό γι’ αυτόν να θυμάται), αλλά αυτό πολύ σπάνια συμβαίνει στη θεραπεία.
Για να επιτευχθούν οι επιθυμητές αλλαγές για τις οποίες έχουν συμφωνήσει ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος, ο υπνοθεραπευτής καθοδηγεί τη φαντασία του σε γεγονότα και καταστάσεις που, αν συνέβαιναν στην πραγματικότητα, θα προκαλούσαν τις επιθυμητές αλλαγές. Οι προτάσεις που θα υποβάλει ο θεραπευτής για να υπάρξουν οι συγκεκριμένες αλλαγές είναι οι γνωστές σε όλους μας υποβολές.
Κατά τη γνώμη μου είναι αναγκαίο να εκπαιδευτεί ο θεραπευόμενος στην αυτούπνωνση έτσι ώστε να μην εξαρτάται από το θεραπευτή του.
Η αυτοϋπνωση είναι η διαδικασία με την οποία ο άνθρωπος είναι σε θέση να βάζει τον εαυτό του σε κατάσταση ύπνωσης. Σκοπός είναι η αξιοποίηση της αυτοϋπνωτικής ικανότητας, για την επίτευξη θεραπευτικών στόχων και την ενίσχυση των αποτελεσμάτων της υπνοθεραπείας.
Η ύπνωση είναι μια από τις πολλές τεχνικές που χρησιμοποιούνται σε ένα θεραπευτικό πρόγραμμα. Χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων στον έλεγχο του πόνου, στην κατάθλιψη, στις διαταραχές άγχους (π.χ. φοβίες, κρίσεις πανικού, μετατραυματικό στρες), στη διακοπή επιβλαβών συνηθειών, στις διατροφικές διαταραχές, στις ψυχοσεξουαλικές δυσλειτουργίες και στις ψυχοσωματικές διαταραχές.
Η ύπνωση δεν είναι όμως πανάκεια και δεν είναι για όλους και για όλα. Η απόφαση να είναι η ύπνωση ένα μέρος του θεραπευτικού προγράμματος θα γίνει σε συνεργασία με τον ειδικό που έχει εκπαιδευτεί στη χρήση και στους περιορισμούς της .
 Ψυχοθεραπεία γνωσιακής - συμπεριφοριστικής κατεύθυνσης
Η βασική θέση του γνωσιακού – συμπεριφοριστικού μοντέλου ψυχοθεραπείας είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε ευθύνεται για τα πολύ έντονα αρνητικά συναισθήματα όταν αντιμετωπίζουμε δύσκολες και δυσάρεστες καταστάσεις στη ζωή μας και έχει τρεις βασικές αρχές :
1. Ο τρόπος σκέψης επηρεάζει τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά.
2. Ο τρόπος σκέψης μπορεί να ελεγχθεί και να αλλάξει.
3. Οι αλλαγές στον τρόπο σκέψης μπορούν να επιφέρουν τις επιθυμητές αλλαγές στο συναίσθημα και στη συμπεριφορά.
Ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεται ένα άτομο είναι αποτέλεσμα της μάθησης που προκύπτει από τις προηγούμενες εμπειρίες του, καθώς και των επιδράσεων της οικογένειάς του και της κοινωνίας στην οποία ζει. Ο τρόπος σκέψης μπορεί μερικές φορές να μην είναι λειτουργικός ή ρεαλιστικός, οδηγώντας σε προβληματικές συμπεριφορές. Αυτός ο τρόπος είναι δυνατόν να αλλάξει μέσω μιας νέας διαδικασίας μάθησης, π.χ. με μια θεραπευτική διαδικασία, και να γίνει πιο λειτουργικός και ρεαλιστικός, έτσι ώστε να τροποποιηθεί ανάλογα και η συμπεριφορά του ατόμου.
Γενικά χαρακτηριστικά της γνωσιακής – συμπεριφοριστικής ψυχοθεραπείας:
§ Ο θεραπευτής καλείται να καταλάβει με ποιον τρόπο ο πελάτης δομεί τον κόσμο μέσα του και πώς αυτό μπορεί να επηρεάζει τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του.
§ Η θεραπεία είναι βραχυπρόθεσμη και εστιάζει στο παρόν και στο συγκεκριμένο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το άτομο. Οι εμπειρίες του παρελθόντος χρησιμοποιούνται για να γίνουν κατανοητές οι συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκε το παρόν πρόβλημα.
§ Είναι δομημένη και σταθερά προσανατολισμένη στους στόχους και στη θεραπευτική διαδικασία ο θεραπευτής εφαρμόζει έναν ενεργητικό ρόλο.
§ Η θεραπεία εστιάζει στην ανεύρεση και την τροποποίηση των μη ρεαλιστικών και δυσλειτουργικών σκέψεων καθώς και στην εκμάθηση νέων συμπεριφορών.
§ Ο θεραπευτής δε θεωρείται αυθεντία. Είναι ο ειδικός ο οποίος χρησιμοποιεί τις γνώσεις του συνεργάζεται με το θεραπευόμενο προκειμένου να τον βοηθήσει να ανακαλύψει νέους τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς.
§ Η επιλογή των θεραπευτικών στόχων γίνεται κατόπιν συμφωνίας του θεραπευτή με το θεραπευόμενο.
§ Βασικό στοιχείο της θεραπείας είναι η «δουλειά (ή οι ασκήσεις) στο σπίτι». Αυτό σημαίνει ότι ο θεραπευόμενος καλείται μεταξύ των συνεδριών να «δοκιμάσει» νέους τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς μέσω συγκεκριμένων ασκήσεων με την καθοδήγηση και βοήθεια του θεραπευτή.
Η αξιοπιστία της γνωσιακής - συμπεριφοριστικής ψυχοθεραπείας, που βασίζεται στον έλεγχο της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων, και η σχετικά μικρή χρονική διάρκειά της, είναι πιθανών οι κύριοι λόγοι της μεγάλης διάδοσής της. Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των φοβιών, της κατάθλιψης και των διαταραχών του άγχους.
(Πηγή : Ινστιτούτο Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς )
 Makaton
Το γλωσσικό πρόγραμμα MAKATON είναι ένας πολυμορφικός τρόπος επικοινωνίας για άτομα που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες, νοητική υστέρηση και σωματικές αναπηρίες που καθιστούν δυσλειτουργική την επικοινωνία τους με το περιβάλλον. Είναι ένα από τα πιο γνωστά και κυρίως χρησιμοποιούμενα πολυαισθητηριακά, εναλλακτικά προγράμματα ανάπτυξης της επικοινωνίας τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες περίπου 40 χώρες. Συνδυάζει ομιλία, νοηματικά σήματα και γραφικά σύμβολα και αποτελεί μια οργανωμένη προσέγγιση για τη διδασκαλία της γλώσσας και της επικοινωνίας γενικά. Χρησιμοποιείται με επιτυχία σε άτομα με μέτριες ή και σοβαρές δυσκολίες μάθησης αλλά και σε άτομα με σωματικά προβλήματα, παιδιά και ενήλικες με νοητική καθυστέρηση, αυτισμό, προβλήματα γλώσσας, πολλαπλές αισθητηριακές βλάβες και επίκτητα νευρολογικά προβλήματα.
Η Καρόλα Folle – Αλέπη έχει εκπαιδευτεί στη συγκεκριμένη μέθοδο από Aντιπρόσωπο Εκπαιδευτή της MAKATON ELLAS (Εξουσιοδοτημένος Φορέας Διάδοσης του Γλωσσικού Προγράμματος MAKATON στην Ελλάδα από το MAKATON Charity UK).

|